ἔκλυσις

ἔκλῠσις, εως, ,
A release, deliverance from a thing,

ἀφροσύνης Thgn. 590

(=Sol.13.70);

ἄθλων A.Pr.264

;

τοῦδε τοῦ νοσήματος S.OT306

;

δεσμοῦ Theoc.24.33

;

Ἀΐδεω AP6.219.24

(Antip.(?)).
2 weakening of an opponent's case, Hdn.Fig.p.91 S., cf. Alex.Fig.1.2.
II feebleness, faintness, Hp.Aph.7.8, etc.;

τῆς πόλεως ἔ. καὶ μαλακία D. 17.29

;

ψυχικῶν δυνάμεων Ph.1.154

;

φυσική Agatharch.55

;

ἐκλύσιες κοιλίης

relaxations,

Hp.Coac.625

.
2 laxity, of style, [Longin.] Rh.12.
III lowering of the voice through three quarter-tones ([etym.] διέσεις), Bacch.Intr.41, Aristid.Quint.1.10, Plu.2.1141b.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔκλυσις — release fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκλύσει — ἔκλυσις release fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἐκλύσεϊ , ἔκλυσις release fem dat sg (epic) ἔκλυσις release fem dat sg (attic ionic) ἐκλύ̱σει , ἐκλύω set free aor subj act 3rd sg (epic) ἐκλύ̱σει , ἐκλύω set free fut ind mid 2nd sg ἐκλύ̱σει ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκλύσεις — ἔκλυσις release fem nom/voc pl (attic epic) ἔκλυσις release fem nom/acc pl (attic) ἐκλύ̱σεις , ἐκλύω set free aor subj act 2nd sg (epic) ἐκλύ̱σεις , ἐκλύω set free fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκλύσεσι — ἔκλυσις release fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκλύσεσιν — ἔκλυσις release fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκλύσιες — ἔκλυσις release fem nom/voc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκλύσιος — ἔκλυσις release fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκλυσιν — ἔκλυσις release fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • МУЗЫКА —    • Musĭca (ars),          μουσική (τέχνη), иногда также musica, orum; τὰ μουσικά, как искусство муз вообще, охватывает гораздо большую сферу, чем то, что ныне называется М. К ней относится всякая духовная деятельность как научная, так и… …   Реальный словарь классических древностей

  • έκλυση — η (AM ἔκλυσις) 1. το να λύνεται, να απελευθερώνεται κάποιος ή κάτι από ό,τι τόν δεσμεύει 2. ηθική χαλάρωση, απαλλαγή από ηθικές δεσμεύσεις «έκλυση ηθών» νεοελλ. φρ. «έκλυση ενέργειας» αποδέσμευση, απελευθέρωση ενέργειας ή ραδιενέργειας και… …   Dictionary of Greek

  • χλόδη — ἡ, Α (κατά τον Ησύχ.) «ἔκλυσις καὶ μαλακία» …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.